Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SEX. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα SEX. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7.8.08

Περί Πουτανιάς - Διαδικτυακή Σεξοηθικοπλαστική Φιλοσοφία (Πνευματικός Αυνανισμός)

Στο σημερινό μάθημα Εφαρμοσμένης Φιλοσοφίας θα εξετάσουμε δύο σοφές ανδρικές απόψεις-ρήσεις που χρησιμοποιούνται ευρέως στην ελληνική κοινωνία και θα προσπαθήσουμε να φτάσουμε σε χρήσιμα και -πάνω απ’ όλα - πρακτικά συμπεράσματα.

Οι υπό εξέταση, πραγματικά πολύ όμορφες, ρήσεις είναι οι εξής:

(α) «Όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες, εκτός από τη μάνα μου και την αδερφή μου» και
(β) «Μια φορά πουτάνα, για πάντα πουτάνα».

Σύμφωνα με τη ρήση (α) λοιπόν, εξαιρούνται καταρχάς οι γυναίκες-μάνες.

Τι γίνεται όμως με τις άτεκνες ακόμη γυναίκες-πουτάνες που αργότερα αποκτούν παιδιά; Σύμφωνα με το παραπάνω ρητό, είναι σαφές ότι αποπουτανοποιούνται.

Άφεση πουτανιάς, λοιπόν, λόγω τεκνοποίησης.

Εδώ όμως έρχεται να συνδράμει με δυναμικό τρόπο και να μας βγάλει από το νοηματικοφιλοσοφικό τέλμα η ρήση (β).
Σύμφωνα με αυτήν, δεν είναι δυνατή η πολύπλοκη διεργασία της αποπουτανοποίησης.

Έτσι, καταλήγουμε στο ευφυέστατο συμπέρασμα ότι μάνες γίνονται μόνο οι μη-πουτάνες και αντιστρόφως ότι οι πουτάνες δε μπορούν να γίνουν μάνες. Αν μπορούν να κάνουν παιδιά, αλλά απλά λόγω επιλογής δε γίνονται μάνες, αυτό τις καθιστά εν δυνάμει μάνες και επομένως αποκλείεται ο χαρακτηρισμός πουτάνα.

Επίσης, σύμφωνα με τη ρήση (α), δεν μπορούν να είναι πουτάνες οι γυναίκες που έχουν άντρες αδέρφια.

Επομένως, μετά από τη σύντομη θεώρηση των δύο προαναφερθέντων απόψεων-αποσταγμάτων σοφίας αιώνων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι πουτάνες είναι μόνο οι άτεκνες γυναίκες, οι γυναίκες με αδερφή και οι γυναίκες-μοναχοπαίδια.

Άρα, μια πολύ καλή και ταυτόχρονα διακριτική ερώτηση-κλειδί που μπορούμε να απευθύνουμε προς μια γυναίκα που μόλις γνωρίσαμε και μας ενδιαφέρει να μην είναι πουτάνα, είναι η εξής: «Έχεις αδερφό;».

Φανταστείτε διάλογο:

- «Γειά σου, κοπελιά.»
- «Γειά».
- «Μπλα, μπλα, μπλα…»
- «Μπλα, μπλα, μπλα…»
- «Μπλα, μπλα, μπλα…»
- «Είσαι ωραίος άντρας. Μου αρέσεις. Θέλεις να γίνουμε ζευγάρι;»
- «Μόνο αν έχεις αδερφό.»
- «Ανώμαλε!»
-«Δεν κατάλαβες! Ήθελα να βεβαιωθώ ότι δεν είσαι πουτάνα.»
-«Βρε, α’στο διάολο! Ανισόρροπε!»

Εντάξει, δεν πήγε και πολύ καλά.
Αυτά συμβαίνουν όμως όταν πέφτεις σε γυναίκα που δε γνωρίζει από Φιλοσοφία…

23.5.08

Περί γαλακτόπετσας, παιδεραστίας και ατέρμονου δουλέματος

Βράδυ Σαββάτου. Κάθομαι στο bar με φίλους.
Σιγά-σιγά και με τη χάρη νίντζα, ένα ξανθό στρουμφάκι έρχεται και κάθεται δίπλα μου.
Μου χαμογελάει. Είμαι έτοιμος να σκάσω στα γέλια. Συγκρατιέμαι.
«Δεν πήγαν άδικα τα 2 χρόνια στο Θιβέτ», σκέφτομαι.

Ρωτάω:
-«Πόσων χρόνων είσαι, βρε σκατό;»
-«15. Εσύ;»
-«Όσο χρειάζεται.»
-«Για τι πράγμα;»
-«Για να είμαι ο μπαμπάς σου.»

Δε κώλωσε. Η κωμωδία συνεχίστηκε.
Ξαναρωτάω:
-«Παίζει και ξένα;»
-«Ποιο;»
-«Το jukebox.»
-«Ποιο jukebox;»
-«Α, κουμπαράς είναι;»
-«Ποιος κουμπαράς;»
-«Αυτό που εξέχει από το παντελονάκι σου από πίσω, βρε σκατό. Θα πουντιάσεις. Μαζέψου.»

Δε κώλωσε. Η κωμωδία συνεχίστηκε. (δις)
Με ρωτάει αυτό/αυτή:
-«Σου αρέσει το ουίσκυ;»
-«Όχι.»
-«Τότε, γιατί πίνεις;»
-«Με είδες να πίνω; Δροσίζω τα χέρια μου. Εσένα σου αρέσουν οι πέτσες;»
-«Βέβαια!!! Με τρελαίνουν!»

Υποψιασμένος, επαναλαμβάνω αργά και καθαρά:
-«Οι πέτσες. Με «έψιλον».»
-«Ααααα… (fade out) Όχι δε μου αρέσουν.»
-«Τότε να πας γρήγορα σπίτι σου, πριν πιάσει πέτσα το γαλατάκι σου.»

Δε κώλωσε. Η κωμωδία συνεχίστηκε. (τρις)

Και με αυτές και άλλες τόσες εξυπνάδες, κύλησε το υπόλοιπο της βραδυάς.

Τι Πολυτεχνείο και μαλακίες. Νηπιαγωγός έπρεπε να γίνω.

8.4.08

ΤΟ ΦΙΛΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΤΡΟΧΑΙΑΣ (Η’ ΑΛΛΙΩΣ «ΤΣΙΡΚΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΙ Η ΤΡΟΧΟΜΠΑΤΣΑΡΙΑ»)

“Από δω και πάνω στου ρυθμού την αγκαλιά,
ώπα! με ένα σάλτο μέσα μπαίνω,
Από δω και πάνω τραγουδώ για τη φωτιά,
κι απ' του κόσμου το καμίνι ξεμακραίνω.

Από δω και πάνω δε ρωτάω άλλο πια
τι ζητώ που πάω και ποιος να ΄μαι.
Από δω και πάνω σταματώ τις προσευχές,
από δω και πάνω δε φοβάμαι”

Αυτούς τους στίχους άκουγα χθες το απόγευμα εντός του οχήματος (και ομολογουμένως τους άκουγα αρκετά δυνατά ακροβατώντας μεταξύ εφηβικού ενθουσιασμού και BMWεδακίστικης καγκουριάς), όταν –όντας εν μέσω ψιλομποτιλιαρίσματος επί της Εγνατίας- με πλησιάζει ύποπτα μια τροχονόμος σκύβοντας προς το παράθυρό μου:

- «Νεαρέ…»
(Ώπα, τόσο δυνατά είχα το CD player που ξεπέρασα τα νόμιμα όρια;)
- «Ναι;»
- «Τη βλέπεις εκείνη την τροχονόμο στο επόμενο φανάρι;»
- «Πεντακάθαρα»
- «Μπορείς, όταν περάσεις από δίπλα της, να τη βρίσεις από ‘μένα;»
- «Ευχαρίστως, αλλά γιατί;»
- «Επειδή, όταν δείχνω εγώ πράσινο, αυτή δείχνει κόκκινο!»
- «Έγινε!»

Δεν έγινε όμως. Δε βόλεψε να περάσω με χαμηλή ταχύτητα από τη δεύτερη τροχονόμο κι έτσι έχασα ΤΗΝ ευκαιρία… Πώς έγινε έτσι η Τροχαία ρεεεεε… Γουστάρω…


«Σε ευχαριστούμε που το μοιράστηκες μαζί μας»,
σας ακούω να μου λέτε ειρωνικά.

«Παρακαλώ».
(Χέστηκα κιόλας που δε σας άρεσε η φάση, εμένα μου φάνηκε πρωτότυπο το σκηνικό και είπα να το "μοιραστώ")


Υ.Γ.1: Ρε, μπας και γούσταρε η τροχονόμος και όλο αυτό ήταν "πρόλογος";
Υ.Γ.2: "Σκάσε ψωνάρα!"
Υ.Γ.3: Καλά, σκάω...

3.3.08

Περί Σκληροπυρηνικών Φεμινιστριών

Γιατί έχω την εντύπωση ότι οι πιο σκληροπυρηνικές και μαχόμενες φεμινίστριες είναι αυτές που θέλουν -περισσότερο απ’ όλες- άντρες που να τις δέρνουν;

Γιατί οι υπερβολικές διακηρύξεις αυτού του τύπου φεμινιστριών ηχούν στα αυτιά μου σαν κραυγή-πρόκληση-κάλεσμα προς τον άντρα που θα καταφέρει να τις υποτάξει;



Ίσως επειδή συνήθως (παρατηρημένο) αυτού του τύπου οι, «έχω κι εγώ @@», γυναίκες - περισσότερο απ’ όλες- στο κρεβάτι τρελαίνονται να τις «υποτάσσουν» σε βαθμό εξευτελισμού και φτάνουν σε οργασμό μόνο μετά από ένα γερό (πολύ γερό όμως) χέρι spanking.



Δε θέλω «ου».

Με αγάπη,
ο οικοδεσπότης σας.


Υ.Γ.: Τα δελτία παραπόνων βρίσκονται στο βάθος, δίπλα στα μαστίγια και τις χειροπέδες.

11.1.08

Ιστορίες ρατσισμού, γεροντοέρωτα και υποκριτικής τέχνης (Το Όσκαρ παρακαλώ!)

Πριν από λίγο καιρό χρειάστηκε να κατηφορίσω Αθήνα. Αγαπημένος προορισμός ούτως ή άλλως, οπότε ευχάριστο το ταξίδι. Επέλεξα να ταξιδέψω by train. Ως γνωστός βιβλιοφάγος, πήρα μαζί μου 2-3 βιβλία για να περάσει ακόμη πιο ευχάριστα το ταξιδάκι. Ανεβαίνω στο όχημα, βρίσκω τη θέση μου – «ωραία», σκέφτομαι, «στο παράθυρο κάθομαι» -απλώνω το φιλήδονο κορμί μου, καθώς και τα ηδονιστικά βιβλία μου στο τραπεζάκι και εγκλιματίζομαι μελετώντας ανθρωποχωροταξικά το χώρο, δηλαδή scanάρω ποιος κάθεται πού.

Μπροστά μου ένα ανήσυχο τεμάχιο θηλυκού γένους, το οποίο μέχρι να ξεκινήσει το τρένο προσπαθούσε να συνεννοηθεί με τον -έξω από το τρένο- νέγρο boyfriend του για το πού ακριβώς κάθεται για να της στείλει φιλάκια, καθότι αδιαφανές (καθρέφτης) το τζάμι του παραθύρου από την έξω μεριά. Όπως ήταν αναμενόμενο, μέχρι να καταλάβει ο boyfriend πού ακριβώς πίσω από τον καθρέφτη κάθεται το girlfriend του, εισέπραξα αρκετά καυτά νέγρικα φιλιά (ευτυχώς χωρίς γλώσσες και σάλια)! Καθώς είχα αυταφοδεύσει (κοινώς, χεστεί πάνω μου) στα γέλια από το όλο σκηνικό και τις απέλπιδες προσπάθειες του σοκολατί ζογκλέρ φιλιών, γυρνάω στον διπλανό μου και του λέω:

«Να δεις που θα μας τον σφυρίξει κιόλας η μαϊμού στο τέλος»,

και η αυταφόδευση μετατράπηκε σε μαζική συνουσία (κοινώς, γαμ***καμε στο γέλιο), καθώς το άκουσε και ο απέναντι του διπλανού μου, δηλ. ο διαγωνίως απέναντί μου (με παρακολουθείτε ή να μιλήσουμε για γεωμετρία;) και ξέσπασε σε γέλια και έτσι τα χαζά γελαστά παιδιά γίναμε τρία. Δυστυχώς όμως το άκουσε και η ακριβώς απέναντί μου και αισθάνθηκα σαν ακατέργαστο ρατσιστικό γουρούνι (λέγε με και Αδόλφο). Τί να της έλεγα; «Πλάκα κάνω»; Δεν είπα τίποτα και άρχισα να διαβάζω το βιβλίο μου. Πρέπει να ήταν το «Αναφορά στον Γκρέκο» του Μέγιστου.

Σε κάποια στιγμή έρχεται μια θείτσα (εντάξει, ψιλογριά ήταν, αλλά είμαι ευγενικό αγόρι...κάπου-κάπου) και κάθεται δίπλα μου, καθώς ο διπλανός μου εκτός από υπέροχη αίσθηση του χιούμορ είχε και κακή σχέση με τους αριθμούς και είχε κάτσει σε λάθος θέση. Σηκώνεται αυτός, κάθεται το μουσείο. Κοιτάζω τον διαγωνίως απέναντί μου (η απέναντί μου ακόμα αγριεμένη ήταν) και του κλείνω το μάτι με περιπαικτικό ύφος «είδες τί γκομενάκι έκατσε δίπλα μου;». Γελάει αυτός, αγριεύει η γραία δίπλα μου.

«Δεύτερη πατάτα» σκέφτομαι και επανέρχομαι στο βιβλίο μου αποφασισμένος να μην ξανασηκώσω το κεφάλι μέχρι να φτάσω Αθήνα. Α, και να αγοράσω πατατάκια λίγο αργότερα.

Έλα όμως που η ημι-αποσύνθεση δίπλα μου μάλλον το ξανασκέφτηκε και από αγριεμένη στρίντζω μετατράπηκε σε μελιστάλαχτη πιπινοκυνηγό και με ζάλισε στις ερωτήσεις: «Από πού είσαι», «Διαβάζεις πολύ, ε;» και αλλά πρωτότυπα. «Φτού!» σκέφτηκα, «δε θα με αφήσει να διαβάσω με την ησυχία μου το κορίτσι-ναφθαλίνη!».
Ως επίσης γνωστός οξύθυμος και παλιοχαρακτήρας, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν να της πω ότι μου έχει προκαλέσει πρήξιμο των γεννητικών μου αδένων και να την ταϊσω το παπούτσι μου! Το δεύτερο που σκέφτηκα όμως ήταν ότι δεν είναι σωστό και ότι έχω ακριβοπληρώσει τα παπούτσια κι έτσι άρχισα να ψάχνω για κάποια άλλη τακτική. Η πιο ευγενική παραλλαγή της ίδιας τακτικής πάλι θα ακούγονταν κάπως αγενής, άσε που ελλόχευε και ο κίνδυνος να ανέβει (όχι η πίεση) η libido της θείτσας από τον αισθησιακό τόνο που παίρνει η φωνή μου όταν γίνομαι ευγενικός και να οδηγηθούμε σε έναν γεροντοέρωτα όλο τρέλα σαν να ήταν η τελευταία μας φορά (η δική της, σίγουρα).

«Τί να κάνω; Τί να κάνω;», αναρωτιόμουν για αρκετά λεπτά, μέχρι που μου ήρθε Η ιδέα, Η σύλληψις! Βγάζω την «ταυτότητα» του Τεχνικού Επιμελητηρίου και καθώς με πλησιάζει για 666η φορά για να μου κάνει την 666η διαβολικά πρωτότυπη ερωτησοπαρατήρηση, της κολλάω την ταυτότητα στη μούρη και με αυστηρό, σοβαρό μπατσοασφαλίτικο τόνο της λέω:

«Παρακαλώ μην μου αποσπάτε την προσοχή! Βρίσκομαι σε μυστική αποστολή!».
Κόκκαλο η θεία, έτοιμος να γελάσει ο διαγωνίως απέναντί μου, εντυπωσιασμένη (και ελαφρώς ερεθισμένη απ' ότι ψυχανεμίστηκα) η απέναντί μου κι εγώ σκυμμένος πάνω από το βιβλίο μου μονολογώντας:

«Τί Πολυτεχνείο και μαλακίες, σε δραματική σχολή έπρεπε να πάω...»

6.12.07

Περί σεξουαλικής παρενoχλήσεως εν ώρα εργασίας (Σκύλα!!!)

Αυτή τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, δίπλα μου βαριανασαίνει μισοκοιμισμένο το θηρίο-φύλακας της επιχείρησης στην οποία εργάζομαι. Και μόνο στην ιδέα ότι μπορεί να ξυπνήσει από τον ήχο των πλήκτρων ανατριχιάζω ολόκληρος (ρε μπας και κάνει ρεύμα;)...

Συνεχίζοντας την πληκτρολόγηση –με τα δάχτυλα μου να χορεύουν με τη χάρη μπαλαρίνας για να αποφευχθεί πιθανό αιματοκύλισμα- κοιτάζω με την άκρη των ματιών μου τη σκύλα της κολάσεως, τη γυναίκα του μυθικού Κέρβερου να αναπαύεται... ποιος ξέρει ποιόν άτυχο περαστικό χωνεύει αυτή τη στιγμή στα κολασμένα της σωθικά...

Τώρα τελευταία όλο με περιτριγυρίζει, όλο μπαίνει στο γραφείο μου (χωρίς να χτυπήσει παρακαλώ!!!) και όλο με κοιτάει με ένα περίεργο και καχύποπτο βλέμμα... Ψυχανεμίζομαι ότι την έχει βάλει ο εργοδότης μου (δε λέω «αφεντικό»...μόνο τα σκυλιά έχουν αφεντικά!) να με ρουφιανεύει...

Jessy το όνομά της και τρομοκρατία το επάγγελμά της!!!
Τί να λέω όμως;! Ορίστε! Δείτε και μόνοι σας την εικονογραφημένη συνέχεια της ιστορίας!



Κοιμάται...

Δώστε βάση στις πιτζάμες!
Αδιαμφισβήτητα διεστραμμένη προσωπικότητα...





Ωχ, ξύπνησε! Πού να κρυφτώ;!






Άσχημα τα πράγματα!!! Ετοιμάζεται να μου χυμίξει!







«Εεεεεπ!!! Τί γράφεις εσύ εδώ ΡΕ;!!!»
Το βλέμμα τα λέει όλα! (Από την τρομάρα μου μού έπεσε το στυλό...)

«Ε....τίποτα, τίποτα...»
«Λέγε!!! Δε λες ε; Δεν πειράζει, θα σου δείξω εγώ!!!»

Ακολούθησε πάλη!!!



Την αιφνιδίασα σκουντώντας την ξαφνικά και πήρα για λίγο το πάνω χέρι.







Εφάρμοσα τη λαβή «κάνε με να μοιάζω με φώκια».






Τελικά, όμως –παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειές μου- έχασα...

«Ψοφίμι! Με ‘μένα πήγες να τα βάλεις;! Θα σου χαρίσω όμως τη ζωή και ξέρω και πώς θα μου το ξεπληρώσεις!»
«Πώς;»
«Καταρχήν, θα μου αγοράσεις ακριβό σκυλόρουχο για τις βραδινές μου εμφανίσεις. Το θέλω σε κόκκινο... της φωτιάς! Μετά, θα με βγάλεις έξω για χορό... Μετά.... ΧΧΧ...»
«-Γκουλπ-» (Ηχητική προσομοίωση λαιμού που ξεροκαταπίνει από σαστιμάρα...)


Τί να έκανα; Ενέδωσα...

Χορεύοντας με την Jessy,

η οποία φοράει την πανάκριβη τουαλέτα που της αγόρασα.






Με την Jessy σε ιδιαίτερες στιγμές...

(Για σκύλος είχε μια χαρά στήθος πάντως...
Φυσικό κιόλα(ς))




Εδώ που τα λέμε, φτηνά την έβγαλα...


Γιατί όμως αισθάνομαι σαν απλήρωτος ζιγκολό σκύλων;


15.9.07

Κεντρική Βιβλιοθήκη Α.Π.Θ. - Part 1

-«Πώς το κάνεις αυτό;»
-«Ποιό;»
-«Να, πώς καταφέρνεις και λες τις πιο αστείες ατάκες, πώς κάνεις τις πιο σπαραχτικές φάρσες και παραμένεις τελείως σοβαρός, σχεδόν αυστηρά ψυχρός, έτσι, ώστε να μπερδεύεις αυτόν που έχεις απέναντί σου και να θολώνεις τα νερά;»
-«Α, αυτό λες; Λοιπόν, θα σου πω μια ιστορία:

Κάποτε, όχι στην Άγρια Δύση, αλλά στο κέντρο της πόλης μας, της Ξεσσαλονίκης, υπήρξα θαμώνας (για πολλάαα χρόνια) ενός υπέροχου κτιρίου, όπου μαζεύονταν χιλιάδες άνθρωποι και επιδίδονταν σε μελέτη, πέρα από αρκετές άλλες ασχολίες (κρύβε λόγια). Αυτό το κτίριο είναι γνωστό μεταξύ άλλων και ως Κεντρική Βιβλιοθήκη του Α.Π.Θ. Εκεί, λοιπόν, και κυρίως κατά την περίοδο της εξεταστικής, η οποία ξεπερνώντας τον ταχυδρόμο χτυπάει (σχεδόν) πάντα τρείς φορές (το χρόνο), επιδιδόμουν κι εγώ σε αυστηρή και κοπιαστική (σιγά ρε μεγάλε, άλλαξε κανένα ιδρωμένο φανελάκι!) μελέτη.

Όπως όμως συμβαίνει με όλα τα όμορφα πράγματα/ενασχολήσεις, έτσι και όσον αφορά το διάβασμα, κάποια στιγμή επέρχονταν κορεσμός και δεν ήταν δυνατή η συνέχιση της μελέτης. Είναι η στιγμή που λες:

"Ωχ ρε πούστη μου, θα σκάσω, δε μπορώ άλλο! Πάμε για κυλικειing; Κερνάω καφέ".

Πάνω σε αυτήν την χιλιοειπωμένη (από βασανισμένους φοιτητές) φράση, ήρθε σα δώρο από τις μούσες, σα θεόσταλτη έμπνευση η εξής απάντηση/στιχομυθία:

-"Και γιατί να κεράσεις εσύ;"
-"Εμ, ποιός να κεράσει;"
-"Ας κεράσει ο πιο ανάξιος;"
-"Τί λες; Είσαι καλά; Πήρες τίποτα;"
-"Καλά είμαι. Να κεράσει ο πιο ανάξιος. Ο πιο ανάξιος να συγκρατήσει το γέλιο του!"
-(Εν χορώ:)"Let it be done!"

Έτσι γεννήθηκε το εξής παιχνίδι-δοκιμασία: Καταρχήν, διαλέγαμε κάποιο τραπέζι για να κάτσουμε όλοι μαζί για μελέτη. Στη συνέχεια, όταν έρχοταν η ώρα για καφέ, επιλέγαμε κάποια αθώα και ανυποψίαστη κοπέλα (όσο το δυνατόν περισσότερο Κοκκινοσκουφίτσα) και περιμέναμε να σηκωθεί και να πάει π.χ. τουαλέτα. Μέχρι να επιστρέψει, αφήναμε κάποιο σημείωμα (συνήθως πάνω στην πίσω πλευρά των θρυλικών διαφημιστικών των φροντιστηρίων "Πλάτων") πάνω στο βιβλίο της. Όσο πιο προκλητικό το σημείωμα, τόσο το καλύτερο για το σκοπό μας.

Το παιχνίδι ήταν πολύ απλό. Καθώς θα επέστρεφε η κοπέλα στη θέση της, θα αντίκρυζε το σημείωμα και θα άρχιζε να μας κοιτάει έναν-έναν μπας και καταλάβει ποιός μ***κας έκανε τη χοντράδα. Ε, λοιπόν, όποιος θα λύγιζε, δηλαδή θα έχανε τον αυτοέλεγχό του και θα γελούσε...θα κερνούσε τους καφέδες! Γελάω-πληρώνω δηλαδή.

-"Κατάλαβες παιδί μου, πώς απέκτησα την ατσάλινη πειθαρχία και αυτοέλεγχό μου;"
-"Κατάλαβα!"
-"Μπράβο παιδί μου. Κεντρική Βιβλιοθήκη Α.Π.Θ. Μεγάαααλο σχολείο..."



Υ.Γ.: Ο Άγιος Δημήτριος μας φύλαξε και δε φάγαμε ποτέ ξύλο...